ΣΚΕΨΕΙΣ

Αν χάσεις το πρωτάθλημα να το χάσεις από την ικανότητα των άλλων, κι όχι από την τεμπελιά σου

Με τον γνωστό ρόμβο μπήκε η ΑΕΚ στην Λειβαδιά και υπό το βλέμμα τουλάχιστον δύο χιλιάδων Αεκτζήδων. Τι άλλο ήθελες για να νομίσεις ότι παίζεις στο γήπεδο σου; Καλύτερες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν.

Μπήκε όμως και με δύο πολύ σοβαρά λάθη : το πρώτο ήταν η χρησιμοποίηση του Σιντιμπέ στα αριστερά, που φάνηκε ότι προσπαθούσε πιο πολύ να διώξει την μπάλα με το δεξί προς τον Γκατσίνοβιτς κυρίως, παρά να κάνει κάτι της προκοπής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουμε πλήρως το αριστερό άκρο επιθετικά.

Το δεύτερο όμως και πιο σοβαρό λάθος, ήταν ότι στο γήπεδο μπήκε με λάθος νοοτροπία. Με ένα πολύ υπεροπτικό ύφος, ένα ύφος μη μου άπτου. Κάτι θα γίνει κάπως και θα βάλουμε ένα γκολ. Χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδιαίτερη ένταση, χωρίς πάθος και κυρίως χωρίς ταχύτητα. Στα πάντα προβλέψιμη κι εντελώς ακίνδυνη. Να κάναμε όλα κι όλα δύο μακρινά σουτ, που δεν βρήκαν και εστία επίσης.

Σαν αποτέλεσμα είχαμε να δούμε ένα πολύ βαρετό έως κι εκνευριστικό παιχνίδι από την μεριά μας απέναντι σε αντίπαλο που ήταν παρατεταγμένος με διπλή ζώνη άμυνας. Κι ο οποίος αντίπαλος πήρε περίπατο το ισόπαλο αποτέλεσμα του πρώτου μέρους, ενώ έφερε κι έναν εκνευρισμό στους δικούς μας, τους οποίους κατάπιε ο περιπατητικός ρυθμός του Λεβαδειακού κι αισθάνονταν συνεχώς μπλοκαρισμένοι.

Δεν πάει όμως έτσι το έργο. Δεν γίνεται ο Αραούχο – που και σήμερα ήταν νωθρός – να παίζει στο κέντρο. Δεν μπορεί χωρίς πλάγιασμα να ανοίξεις κλειστές άμυνες. Δεν γίνεται να μην έχεις σκυλιά στο κέντρο. Δεν γίνεται να κυνηγάς τα πάντα με τον Ελίασον και κάποια καλή σέντρα. Δεν γίνεται να μην πατάς στην αντίπαλη περιοχή. Όχι ρε πούστη μου, δεν γίνεται. Δεν μπορεί να μην ξέρεις πώς θα παίξει ο προτελευταίος, που είχε και τέσσερις απουσίες.

Προφανώς κι έπεσε κατσάδα στο διάλειμμα. Και πολύ σωστά. Η ομάδα μπήκε εντελώς μεταμορφωμένη στο δεύτερο μέρος. Τι έκανε δηλαδή; Άρχισε να τρέχει κι ανέβασε ένα κλικ την ταχύτητα της. Κι αν άρχισε να τρέχει στον χώρο του κέντρου, εξάσκησε τρομερή πίεση με τους δύο επιθετικούς της στην άμυνα του αντιπάλου. Κι όλα άλλαξαν.

Ο μεν Ελίασον σαν κορυφαίος έβγαλε την σέντρα κι ο Γκαρσία σκόραρε, ενώ λίγο αργότερα ο απελευθερωμένος Γκατσίνοβιτς – επίσης κορυφαίος – κέρδισε ένα πέναλτι κι ο Γκαρσία κλείδωσε τη νίκη. Έτσι θα λέγαμε υπό φυσιολογικές συνθήκες. Διότι ο απελπισμένος Λεβαδειακός απείλησε δυο φορές πολύ δυνατά. Δύο κλασσικές ευκαιρίες από αυτές που δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει, αλλά κι η κατσάδα έχει κοντή ημερομηνία λήξεως ενώ μην ξεχνάμε ότι είχε μπει κι ο Μάνταλος.

Δεν ήταν λοιπόν κάποια μυστική συνταγή. Απλά ανέβηκαν τα χαφ, δηλαδή ο Πινέδα κι ο Σιμάνσκι – μεγάλη ιστορία η ενέργεια που βγάζει αυτός ο παίκτης -, σπρώξανε τον ρυθμό σε ψηλότερο τέμπο, κι ο Λεβαδειακός απλά εξαφανίστηκε. Όταν ο ρυθμός έπεφτε, ο αντίπαλος μπορούσε κάπως να απειλήσει. Κι ελπίζω να γίνει ανάλυση της κακιάς νοοτροπίας του πρώτου μέρους, διότι μπάλα σημαίνει τρέξιμο, ταχύτητα κι εκμετάλλευση των κενών χώρων. Χώρους που δημιουργείς όταν αλλάζεις θέσεις, κι όταν βέβαια προηγείσαι κι ο άλλος βγαίνει από το καβούκι του.

Ήρθε λοιπόν ο μονόδρομος της νίκης. Διότι θα ‘ταν αμαρτία να μην ερχόταν εφόσον η ΑΕΚ συνέχιζε με αυτό το οκνηρό και λανθασμένο τέμπο του πρώτου μέρους. Διότι φέτος μπορούμε να μιλήσουμε για πολλή καλή ομάδα με ουσιαστικό αντίπαλο μιαν αναιμική αλογοτροφή. Αρκεί βέβαια να ιδρώνεις έστω και για ένα διάστημα του αγώνα όταν έχεις αντίπαλο μια πολλή αδύναμη ομάδα, που δεν πέρασε την σέντρα στο πρώτο μέρος. Αν χάσεις το πρωτάθλημα να το χάσεις από την ικανότητα των άλλων, κι όχι από την τεμπελιά σου.

Συγχαρητήρια λοιπόν για τη νίκη, την απόδοση του δεύτερου μέρους και φυσικά για τους τρεις βαθμούς. Ελπίζω αυτό το πείραμα με τον Σιντιμπέ να μην ξαναγίνει διότι εκθέτει τον παίκτη, την ομάδα και τον προπονητή. Χώρια που χαντακώνει και τον Ραντόνια, που αξίζει.